“Πάλι μπάλα θα δεις;”-Η αντρική απάντηση στη μουρμούρα

By
Updated: December 9, 2015

Κύριοι, αυτό το άρθρο δεν γράφτηκε για ‘σας, αλλά για τις γυναίκες σας. Παρόλα αυτά, καλείστε όχι μόνο να τους το προωθήσετε αλλά και να το αποστηθίσετε, γιατί να είστε σίγουροι οτι θα σας χρειαστεί ξανά και ξανά στο μέλλον.

Μόλις πριν λίγο γύρισα στο σπίτι από το σούπερμάρκετ, φορτωμένος σαν γαϊδούρι με σακούλες γεμάτες από πράγματα των οποίων τη χρησιμότητα ομολογώ οτι δε γνωρίζω. Για να μην παρεξηγηθώ, να ξεκαθαρίσω οτι εφόσον η γυναίκα μου συμπεριέλαβε στη λίστα με τα ψώνια τριών ειδών διαφορετικά dettol, θεώρησα υποχρέωση μου να τα πάρω και τα τρια, παρά το οτι δεν παρατηρώ καμία διαφορά μεταξύ τους εκτός από το χρώμα στο μπουκαλάκι.

Φυσικά, δεν ισχυρίζομαι οτι γνωρίζω καλύτερα από εκείνη τι χρειάζεται κανείς για να καθαρίσει ένα σπίτι (και πως θα μπορούσα άλλωστε όταν, το μοναδικό καθαρίστικό που μπήκε ποτέ στο σπίτι κατά τη διάρκεια της εργένικης ζωής μου ήταν το azax για τα τζάμια με το οποίο καθάριζα τα πάντα, από τα παράθυρα μέχρι τα πλακάκια του μπάνιου), απλά με πειράζει που όταν έρθει η ώρα της καθαριότητας -την οποία συχνά διεκπεραιώνουμε μαζί μοιράζοντας τις δουλειές- είναι ικανή να χαλάσει τον κόσμο αν μπερδέψω το υγρό για τις επιφάνειες του μπάνιου με το καθαριστικό πατώματος.

 

Θα ‘θελες να παρακολουθείς Τσάμπιονς Λιγκ μαζί με τη γυναίκα σου; Λυπάμαι, πιο εύκολα θα βρεις Γερμανό τουρίστα που να φοράει το πέδιλο χωρίς κάλτσα.

Εν πάση περιπτώση αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, οπότε επιστρέφω στο θέμα μας: Ακουμπώντας λοιπόν τις σακούλες στο τραπέζι της κουζίνας, η γυναίκα μου πλησίασε χαρίζοντας μου ένα μεγάλο χαμόγελο επιβράβευσης του στυλ “καλώς τον κουβαλητή μου, την κολώνα του σπιτιού μου και όλα τα σχετικά” και άρχισε να τοποθετεί με ικανοποίηση τα ψώνια στη θέση τους. Όλα πήγαιναν μέλι-γάλα, μέχρι τη στιγμή που έφτασε στη σακούλα με τους ξηρούς καρπούς, τα πατατάκια και τα λοιπά μπινελίκα που σαν σκοπό είχαν να συμπληρώσουν τις μπύρες που ανέκαθεν έκαναν κατάληψη στο κάτω ράφι του ψυγείου.

Πάλι μπάλα έχει σήμερα;”, είπε αυθόρμητα, πιάνοντας με στον ύπνο.

Ναι, έχει Τσάμπιονς Λιγκ”, απάντησα εντυπωσιασμένος.

Πάλι Τσάμπιονς Λιγκ; Νόμιζα οτι ήταν αύριο”, μου είπε με ενόχληση, όμως δεν έπεσα στην παγίδα και διατήρησα τον ήρεμο, σχεδόν πατρικό τόνο στη φωνή μου:

Αγάπη μου, τα παιχνίδια του Τσάμπιονς Λιγκ παίζονται δυο βράδια, αν έχει αγώνες την Τετάρτη, τότε έχει και την Τρίτη, νόμιζα οτι το ήξερες”.

 

 

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα οτι όσο ηρεμούσε το δικό μου ύφος, τόσο αγρίευε εκείνη: “Αυτό που ξέρω είναι οτι κάθε μέρα έχεις μια δικαιολογία για να δεις μπάλα, μια είναι το Τσάμπιονς Λιγκ, μια το πρωτάθλημα, μια το Μουντιάλ… Βαρέθηκα να ακούω σφυρίγματα και φασαρία”, είπε και κινήθηκε νευρικά προς το μπάνιο, κρατώντας τα καθαριστικά που είχα φέρει από το σούπερμάρκετ.

Έχοντας κάνει αμέτρητες φορές τον ίδιο καβγά, ήξερα οτι είναι σοφότερο να μη συνεχίσω τη συγκεκριμένη συζήτηση, καθώς αυτό θα ήταν ένα λάθος πρωτάρη το οποίο θα οδηγούσε σε μια εντελώς αχρείαστη και διόλου εποικοδομιτική ένταση.

Αντ’ αυτού, άνοιξα το λάπτοπ μου για να μοιραστώ μαζί σας όχι την προσωπική μου άποψη ή το παράπονο μου, αλλά συγκεκριμένους αριθμούς και μαθηματικούς υπολογισμούς, οι οποίοι οδηγούν στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα οτι η γυναίκα που θα πει στον άντρα της ”όλο μπάλα βλέπεις” όχι μόνο υπερβάλλει, αλλά στην πραγματικότητα τον αδικεί κατάφωρα. Για να μην πω περισσότερα, ας μιλήσουν καλύτερα οι αριθμοί:

Το Τσάμπιονς Λιγκ ξεκινάει κάθε χρόνο στα μέσα Σεπτέμβρη και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου που ολοκληρώνεται η φάση των ομίλων, μας απασχολεί έξι Τρίτες και έξι Τετάρτες (όσες δηλαδή και οι αγωνιστικές των ομίλων), άρα συνολικά δώδεκα βράδια. Στη συνέχεια, αρχίζει ξανά στα τέλη Φεβρουαρίου και διαρκεί μέχρι τα μέσα Μαΐου, “δεσμεύοντας” συνολικά δεκαεπτά από τα βράδια μας (συμπεριλαμβανομένου και του τελικού που γίνεται τον Ιούνιο), μεταξύ των οποίων οκτώ Τρίτες και οκτώ Τετάρτες. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος ποδοσφαιρικός “πονοκέφαλος” διαρκεί ουσιαστικά 29 βραδιές ανά σεζόν.

 

 

Αν συνυπολογίσουμε στις Ευρωπαϊκές βραδιές και εκείνες του Γιουρόπα Λιγκ (δεκαπέντε τον αριθμό, από τα μέσα Σεπτέμβρη που ξεκινάει η φάση των ομίλων εως τα μέσα Μαΐου, όπου είναι προγραμματισμένος ο τελικός), μιλάμε για συνολικά 44 νύχτες ανά σεζόν, όπου η μπάλα μας έλκει ίσως λίγο περισσότερο απ’ οτι συνήθως.

Τώρα, ας δούμε τι συμβαίνει τα Σαββατοκύριακα, τα οποία συνήθως είναι ιδιαίτερα “φορτωμένα” από ποδοσφαιρικής άποψης δημιουργώντας νέες αφορμές για ένταση:

Τα πρωταθλήματα που όλοι οι άντρες παρακολουθούν (δηλαδή τόσο το Ελληνικό όσο και τα κορυφαία Ευρωπαϊκά) ξεκινούν μέσα Αυγούστου και ολοκληρώνονται μέσα Μαΐου. Μιλάμε για συνολικά 42-43 Σαββατοκύριακα, άρα περίπου 85 ημέρες (Σάββατα και Κυριακές) αγωνιστικής δράσης. Αν προσθέσουμε και τις εμβόλιμες αγωνιστικές καθώς και τα παιχνίδια του Κυπέλλου που διεξάγονται μεσοβδόμαδα, έχουμε περίπου 100 ημέρες όπου υπάρχει προγραμματισμένη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων που μας ενδιαφέρει, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει οτι υπάρχει άντρας που να τους παρακολουθεί όλους.

Συνοψίζοντας λοιπόν, 44 βραδιές Ευρωπαϊκών αγώνων και 100 ημέρες με προγραμματισμένα ματς πρωταθλήματος και κυπέλλου σε Ελλάδα και Ευρώπη μας κάνουν συνολικά 144 ημέρες όπου ένας άντρας έχει τη δυνατότητα να αφήσει για δυο ωρίτσες τα άγχη και τις σκοτούρες της καθημερινότητας, για να απολαύσει το αγαπημένο του σπορ στην τηλεόραση, με ή χωρίς τα προαιρετικά συνοδευτικά (μπύρες, πίτσες και καλή παρέα).

 

 

Λαμβάνοντας υπόψιν οτι ο χρόνος έχει 365 ημέρες, αντιλαμβάνεται κανείς οτι μιλάμε για το 1/3 των συνολικών ημερών που διαρκεί ένα ημερολογιακό έτος, πράγμα που αυτομάτως μας οδηγεί στο αυταπόδεικτο συμπέρασμα οτι ακόμα και οι πλέον φανατικοί ποδοσφαιρόφιλοι δεν παρακολουθούν μπάλα με συχνότητα μεγαλύτερη από μια βραδιά κάθε τρεις ημέρες. Και αυτό με τη σειρά του σημαίνει οτι, όταν μια γυναίκα διαμαρτύρεται οτι ο άντρας της βλέπει ποδόσφαιρο όλη μέρα, στην πραγματικότητα ξεχνάει οτι περίπου τα 2/3 του έτους -220 βραδιές ανά έτος για την ακρίβεια- δεν βλέπει κανένα παιχνίδι, οπότε είναι αφιερωμένα σ’ εκείνη, αποδεικνύοντας οτι στην πράξη εκείνη είναι που έχει προτεραιότητα στη ζωή του άντρα της και όχι η μπάλα.

Τώρα, το κατά πόσο είναι δυνατόν να το εξηγήσει αυτό ένας άντρας στη γυναίκα του χωρίς να κινδυνέψει να του περάσει την τηλεόραση κολάρο, αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Το ηθικό δίδαγμα πάντως που προκύπτει από όλη αυτή τη συζήτηση, είναι το εξής:

Η μπάλα δε διαμαρτύρεται ποτέ για τις βραδιές που ένας άντρας αφιερώνει στη γυναίκα του, αλλά η γυναίκα δε θα σταματήσει ποτέ να γκρινιάζει για τις -σαφώς λιγότερες- βραδιές οπου ο άντρας της περνάει βλέποντας μπάλα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *