Εκείνη, η μεγάλη Βαλένθια

By
Updated: May 25, 2016

Όλα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1999, στη Σεβίλλη. Μέχρι τότε η Βαλένθια μπορεί να μην ήταν μια τυχαία ομάδα της Πριμέρα Ντιβιζιόν, όμως, μετρούσε 19 χρόνια χωρίς τίτλο και σε καμία περίπτωση δε συγκαταλέγονταν στις κορυφαίες σύγχρονες δυνάμεις του Ισπανικού ποδοσφαίρου.

Η κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων και του Σούπερ Καπ Ευρώπης, το 1980, αποτελούσαν πλέον μακρινές αναμνήσεις για φίλους των “νυχτερίδων”, οι οποίοι, είδαν την αγαπημένη τους ομάδα να παρακμάζει για τα καλά τη δεκαετία του ’80, φτάνοντας μάλιστα μέχρι τον υποβιβασμό, τη σεζόν 1985-86, μετά από 55 συνεχή χρόνια παρουσίας στην πρώτη κατηγορία.

Και φυσικά, η “χρυσή εποχή” των ’40s, όταν η Βαλένθια υπήρξε μεγαθήριο του Ισπανικού ποδοσφαίρου κερδίζοντας τρια πρωταθλήματα και δυο κύπελλα, έμοιαζε με μύθο που οι νεαροί φίλαθλοι της ομάδας είχαν ακούσει από τους παππούδες τους, όμως, είχε περάσει πλέον στα βιβλία της ιστορίας χωρίς σοβαρές πιθανότητες να επαναληφθεί.

 

Η επιστροφή στους τίτλους

Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ λοιπόν, στο στάδιο “Λα Καρτούχα” (γνωστό και ως “Ολυμπιακό Στάδιο της Σεβίλλης”), έμελλε να σημάνει το τέλος των “πέτρινων χρόνων” των “νυχτερίδων” και την έναρξη μιας δεύτερης “χρυσής εποχής” στην ιστορία του συλλόγου.

Ήταν το φινάλε της σεζόν 1998-99 και η Βαλένθια αντιμετώπιζε την Ατλέτικο Μαδρίτης στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας. Η νίκη με 3-0 αποτέλεσε τον ιδανικό επίλογο σε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη χρονιά για την ομάδα του Κλαούντιο Ρανιέρι, η οποία, λίγες ημέρες νωρίτερα είχε εξασφαλίσει το εισιτήριο της για το Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης περιόδου τερματίζοντας στην τέταρτη θέση της βαθμολογίας. Έτσι, λίγο πριν την εκπνοή του 20ου αιώνα οι “νυχτερίδες” είχαν πλέον επιστρέψει στους τίτλους, αλλά και στην ελίτ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, όμως, τίποτα δε μπορούσε να προϊδεάσει τους φιλάθλους τους για τις επιτυχίες που επρόκειτο να ακολουθήσουν.

Ωστόσο, το σημαντικότερο έργο του Ιταλού προπονητή ήταν η αξιοποίηση μιας εξαιρετικής φουρνιάς νέων παικτών, πάνω στους οποίους “χτίστηκε” η σπουδαία Βαλένθια των επόμενων χρόνων. Κλαούντιο Λόπεζ, Μεντιέτα, Ανγκούλο και Φαρινός, ήταν μερικοί από τους ταλαντούχους ποδοσφαιριστές που καθιερώθηκαν στην ενδεκάδα την εποχή του Ρανιέρι αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον.




Οι μεγάλες Ευρωπαϊκές βραδιές

Εκείνες τις υποσχέσεις κατάφεραν να τις εκπληρώσουν υπό την καθοδήγηση ενός άλλου προπονητή, του Έκτορ Ραούλ Κούπερ, διαδόχου του Ρανιέρι, ο οποίος φρόντισε όχι απλώς να μη χαλάσει, αλλά να πάει ένα βήμα πιο πέρα την καλή δουλειά του προκατόχου του, εξελίσσοντας τη Βαλένθια σε κορυφαία Ευρωπαϊκή δύναμη.

Ο ενθουσιασμός και το ταλέντο των νεαρών μεσοεπιθετικών συνδυάστηκε εξαιρετικά με την εμπειρία της αμυντικής γραμμής, στην οποία δέσποζαν οι φυσιογνωμίες των Κανιθάρες, Αγκλομά, Πελεγκρίνο και αργότερα του Αγιάλα, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που έκανε μερικές από τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης να γονατίσουν.

Με τον Αργεντίνο στο τιμόνι τους οι “νυχτερίδες” έζησαν μερικές από τις σπουδαιότερες Ευρωπαϊκές βραδιές της ιστορίας τους παίζοντας ποδόσφαιρο που έμοιαζε βγαλμένο από playstation, καθώς, ειδικά στα εντός έδρας παιχνίδια, το γήπεδο έμοιαζε να “γέρνει” προς την εστία του αντιπάλου όταν η Βαλένθια ήταν στην επίθεση. Η “κόλαση” του “Μεστάγια” και το εκπληκτικό θέαμα που προσέφερε η ομάδα του Κούπερ μας χάρισε μερικές αλησμόνητες Τρίτες και Τετάρτες, όταν φιλοδωρούσε ομάδες όπως η Λιντς, η Μπαρτσελόνα και η Λάτσιο με τρια, τέσσερα και πέντε γκολ στους νοκ-άουτ γύρους του Τσάμπιονς Λιγκ.

 

Το χαμένο πέναλτι του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο, το 2001 απέναντι στη Μπάγερν, καταδίκασε τις “νυχτερίδες” σε μια δεύτερη συνεχόμενη ήττα σε τελικό.

Κάπως έτσι η Βαλένθια έγινε μόλις η δεύτερη Ισπανική ομάδα (η πρώτη ήταν η Ρεάλ της δεκαετίας του ’50) που έφτασε δυο συνεχόμενες χρονιές στον τελικό της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης. Ωστόσο, παρά το οτι κέρδισαν το θαυμασμό ολόκληρης της ποδοσφαιρικής Ευρώπης, οι “νυχτερίδες” δεν έμελλε να κατακτήσουν το τρόπαιο.

Τόσο το 2000, απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης (0-3), όσο και το 2001 με αντίπαλο τη Μπάγερν (1-1 στην κανονική διάρκεια και ήττα στα πέναλτι), η Βαλένθια έφυγε με σκυμμένο κεφάλι από το γήπεδο, μπαίνοντας έτσι στο κλειστό γκρουπ των ομάδων που μετά από δυο συμμετοχές στον τελικο δεν κατάφεραν να “σηκώσουν” το κύπελλο (οι υπόλοιπες είναι οι Γιουβέντους, Μπαρτσελόνα, Ατλέτικο Μαδρίτης και Ρεμς, καθώς, όλες ηττήθηκαν στους δυο πρώτους τελικούς τους).

Μάλιστα, δεδομένης της κακής παράδοσης που είχε ήδη ο Κούπερ σε τελικούς, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έριξαν την ευθύνη των δυο απανωτών αποτυχιών στον “γκαντέμη” προπονητή.




Ξανά πρωταθλήτρια

Το καλοκαίρι του 2001, ο Αργεντίνος τεχνικός έφυγε για την Ίντερ και πήρε μαζί του τη ρετσινιά του αιώνιου χαμένου στους τελικούς. Η θητεία του στο “Μεστάγια” ήταν εντυπωσιακή, χωρίς αμφιβολία, ωστόσο, η Βαλένθια ήθελε να μετουσιώσει το καλό ποδόσφαιρο σε τίτλους. Και αυτό οι άνθρωποι της ήλπιζαν να το καταφέρει για λογαριασμό τους ο ανερχόμενος Ράφα Μπενίτεζ, ο οποίος, μπορεί να μην ήταν μια σίγουρη επιλογή, όμως, είχε ικανότητες και διάθεση για δουλειά.

Παρά την αποχώρηση του Γκαΐθκα Μεντιέτα, ο Μπενίτεζ παρέλαβε μια ομάδα με έτοιμο κορμό και μπόλικο ταλέντο, στην οποία δε δίστασε να βάλει την προσωπική του σφραγίδα: Γνωρίζοντας οτι το επιθετικό ποδόσφαιρο από μόνο του δεν αρκεί για να φέρει τρόπαια, ο Μαδριλένος προπονητής αποφάσισε να δώσει έμφαση στην ανασταλτική λειτουργία της Βαλένθια, ώστε να δημιουργήσει μια ομάδα ικανή να κερδίζει όχι μόνο τη συμπάθεια των φιλάθλων, αλλά και τα αποτελέσματα που θέλει.

 

Έτσι, άφησε στην άκρη το 4-4-2 με διάταξη ρόμβου στο κέντρο, το οποίο συνήθιζε να χρησιμοποιεί ο Κούπερ, για να εφαρμόσει το σαφώς πιο επιφυλακτικό 4-2-3-1, το οποίο, εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσο δημοφιλές όσο είναι σήμερα. Αυτή η κίνηση άλλαξε άρδην το DNA της ομάδας, καθώς, οι “νυχτερίδες” έπαψαν να είναι μια από τις πιο θεαματικές ομάδες της Ευρώπης, όμως, βελτίωσαν τα αποτελέσματα τους.

Πριν προλάβει να συμπληρώσει ένα ημερολογιακό έτος στο “Μεστάγια”, ο Μπενίτεζ είδε τη δουλειά του να αποδίδει καρπούς. Το τέλος της σεζόν 2001-02 βρήκε τη Βαλένθια πρωταθλήτρια για πρώτη φορά μετά από 31 χρόνια, έχοντας την καλύτερη αμυντική επίδοση της τελευταίας 7ετίας στην κατηγορία, με 27 γκολ παθητικό. Το φουλ επιθετικό παιχνίδι των προηγούμενων ετών είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα πιο ορθολογικό στυλ, το οποίο, αν και λιγότερο ελκυστικό, έγινε αποδεκτό από τους φιλάθλους γιατί έφερνε βαθμούς.

 

Κι επειδή σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, δύο χρόνια αργότερα τα κατάφερε ξανά. Μετά από μια μέτρια σεζόν (2002-03) κατά τη διάρκεια της οποίας έφτασε στους “8” του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά τερμάτισε μόλις στην 5η θέση του πρωταθλήματος, η Βαλένθια, λες και βάλθηκε να αποδείξει οτι το πρωτάθλημα του 2002 δεν ήταν μια μεμονωμένη επιτυχία, επέστρεψε ακόμα πιο δυνατή.

Έχοντας για άλλη μια φορά την καλύτερη άμυνα του πρωταθλήματος (ξανά με 27 γκολ) αλλά και με τον Μίστα να πετυχαίνει 19 τέρματα, η ομάδα του Μπενίτεζ τερμάτισε πέντε βαθμούς πάνω από τη Μπαρτσελόνα, κερδίζοντας τον τίτλο της Λα Λίγκα για 6η φορά στην ιστορία της.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι “νυχτερίδες” εκμεταλλεύτηκαν τη συμμετοχή τους στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ -καθώς και το χαμηλότερο συγκριτικά με το Τσάμπιονς Λιγκ επίπεδο δυσκολίας του- για να κλείσουν την περίοδο 2003-04 με ακόμα πιο θριαμβευτικό τρόπο. Επικρατώντας της Μαρσέιγ στο “Ούλεβι” με 2-0, κατέκτησαν τον δεύτερο Ευρωπαϊκό τους τίτλο και ξόρκισαν τα φαντάσματα των δυο χαμένων τελικών του Κούπερ.

 

Το ματς αυτό έμελλε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα εκείνης της σπουδαίας ομάδας, καθώς, η αποχώρηση του Ράφα Μπενίτεζ το καλοκαίρι του 2004 σήμανε την αλλαγή σελίδας στην ιστορία του συλλόγου και την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, λιγότερο λαμπερού από το προηγούμενο.

Έκτοτε, οι “νυχτερίδες” δεν κατάφεραν ποτέ να διεκδικήσουν με αξιώσεις το πρωτάθλημα, ενώ, το Σούπερ Καπ Ευρώπης του 2004 και το Κύπελλο Ισπανίας του 2008 είναι οι μοναδικοί τίτλοι που έχει πανηγυρίσει το κοινό του “Μεστάγια”. Ένα κοινό, το οποίο, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να δημιουργεί την ίδια εκρηκτική ατμόσφαιρα σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι της ομάδας του, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα τη δει και πάλι να πρωταγωνιστεί στη Λα Λίγκα. Ή έστω, να παίζει εκείνο το φανταστικό ποδόσφαιρο που ενθουσιάζε τους πάντες στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

 

Διαβάστε επίσης:

Ο Ιταλός που αντιτάχθηκε στο “κατενάτσιο”

Ρικάρντο Κουαρέσμα: Ένας παίκτης αλάνας




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *