Ρομπέρτο Μπάτζιο: Ένα “δεκάρι” από τα λίγα

By
Updated: May 16, 2016

“Όταν ήμουν παιδί είχα όνειρο να παίξω σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου κόντρα στη Βραζιλία. Είμαι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που είχαν την τύχη να ζήσουν το όνειρό τους. Υπέφερα, έκλαψα και φοβήθηκα αλλά αυτή η μέρα ήρθε”.

Ο Ρομπέρτο Μπάτζιο δεν είναι ο μοναδικός άνθρωπος που είχε την ευλογία να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα. Είναι όμως από τους λίγους που τα είδε να μετατρέπονται σε εφιάλτη, να προσπαθούν να τον γονατίσουν στιγματίζοντας τον για πάντα, κι όμως, βρήκε τον τρόπο να σταθεί στα πόδια του μέχρι την τελευταία ημέρα της μακροχρόνιας και γεμάτης δράμα καριέρας του.

Τι κι αν οι τραυματισμοί τον ταλαιπώρησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής του πορείας. Τι κι αν η μοίρα του φέρθηκε σκληρά, αναγκάζοντας τον να μείνει στην ιστορία ως το μοιραίο πρόσωπο ενός Μουντιάλ στο οποίο ήταν μακράν ο κορυφαίος παίκτης. Τι κι αν βρέθηκε κάποτε να αγωνίζεται σε ομάδες πολύ μικρότερες από την κλάση του, επειδή κάποιοι θεώρησαν οτι είχε ξοφλήσει…

Ο άνθρωπος για τον οποίο ο Μπράιαν Λάουντρουπ είπε κάποτε οτι είναι το καλύτερο “δεκάρι” της σύγχρονης εποχής, ένας παίκτης για τον οποίο δεν υπήρξε ποτέ συμπαίκτης ή αντίπαλος που να μην έτρεφε απέραντο σεβασμό και εκτίμηση, βρήκε σε κάθε περίπτωση τη δύναμη να σηκωθεί όσες φορές κι αν έπεσε. Κι αυτές δεν ήταν λίγες…

 

Το ξεκίνημα

Η διαδρομή του “κοτσιδάκια” μέχρι την κορυφή του Ιταλικού ποδοσφαίρου ξεκίνησε από την ομάδα της γενέτειρας του, Καλντόνιο. Ωστόσο, το ταλέντο του έγινε γρήγορα γνωστό στην περιοχή και η γειτονική Βιτσέντζα δεν άργησε να τον αποκτήσει (σε ηλικία μόλις 13 ετών) έναντι ενός συμβολικού ποσού, το οποίο φυσικά, επ’ ουδενί δεν αντιστοιχούσε στο ποδοσφαιρικό του ταλέντο.

Πριν καν ενηλικιωθεί είχε ήδη αγωνιστεί για δυο χρόνια στα γήπεδα της τρίτης κατηγορίας με τη φανένα της πρώτης ομάδας και είχε καθοριστική συμβολή στην άνοδο της στη Serie B τη σεζόν 1984-85, η οποία ήταν και η τελευταία του στους “μπιανκορόσι”. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του λίγο πριν το τέλος της αγωνιστικής περιόδου, ο οποίος λίγο έλλειψε να τελειώσει πρόωρα την καριέρα του, η Φιορεντίνα, η οποία παρακολουθούσε από καιρό τις επιδόσεις του, κινήθηκε για την απόκτηση του και εξασφάλισε την υπογραφή του έναντι ενός ποσού που αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου δυο εκατομμύρια ευρώ.

 

Η αναγνώριση

Έτσι, σε ηλικία μόλις 18 ετών ο Μπάτζιο έγινε παίκτης των “βιόλα”, τη φανέλα των οποίων φόρεσε για πέντε χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα μπορεί να μην κέρδισε κάποιο τίτλο με το σύλλογο της Φλωρεντίας, όμως, βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει το ταλέντο του, λατρεύτηκε από την κερκίδα και έγινε γνωστός στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό.

Μάλιστα, την τελευταία του σεζόν στη Φιορεντίνα (1989-90) οδήγησε την ομάδα του στον τελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ (όπου ηττήθηκε από τη Γιουβέντους), ενώ, εξασφάλησε και μια θέση στα πλάνα του ομοσπονδιακού τεχνικού της Ιταλίας, Αζέλιο Βιτσίνι, για το Μουντιάλ που φιλοξενήθηκε εκείνο το καλοκαίρι στα γήπεδα της γειτονικής μας χώρας. Μαζί κέρδισε και μια μεταγραφή στη Γιουβέντους έναντι περίπου 9 εκατομμύρίων ευρώ (ποσό που αποτελούσε ρεκόρ για εκείνη την εποχή), γεγονός που δεν άρεσε καθόλου στους οπαδούς των “βιόλα”, καθώς, η αντιπαλότητα μεταξύ των δυο συλλόγων ήταν δεδομένη.

Το Μουντιάλ της Ιταλίας ήταν η πρώτη μεγάλη διοργάνωση της καριέρας του και παρά τη σχετική απειρία του, ο 23χρονος Μπάτζιο φρόντισε να μην περάσει απαρατήρητος.

Αν και, παρακολούθησε τα δυο πρώτα παιχνίδια της ομάδας του από τον πάγκο, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να αγωνιστεί την άρπαξε από τα μαλλιά κερδίζοντας μια θέση στη βασική εντεκάδα και συνεισφέροντας στην πορεία της “Σκουάντρα Ατζούρα” μέχρι την τρίτη θέση του τουρνουά.

Ωστόσο, παρά το χάλκινο μετάλλιο, τις πέντε συμμετοχές και τα δυο γκολ που πέτυχε, το Μουντιάλ της ζωής του επρόκειτο να είναι το επόμενο.

 

Η “προδοσία”

Ο Μπάτζιο αποχωρεί από τον αγωνιστικό χώρο του “Αρτέμιο Φράνκι” κρατώντας το κασκόλ της Φιορεντίνα.

Η θητεία του στη Γιουβέντους δεν ξεκίνησε ιδανικά, καθώς, παρά τα 14 γκολ και τις 12 ασσίστ που μοίρασε τη σεζόν 1990-91, οι “μπιανκονέρι” τερμάτισαν στην 7η θέση της Serie A και έμειναν εκτός Ευρωπαϊκών διοργανώσεων για την επόμενη αγωνιστική περίοδο.

Επιπλέον, ο ίδιος ο Μπάτζιο έδωσε τροφή για σχόλια όταν στο εκτός έδρας παιχνίδι απέναντι στην πρώην ομάδα του, στις 7 Απριλίου του 1991, προέβη σε δυο ενέργειες που προκάλεσαν την αντίδραση των φίλων της Γιουβέντους: Σ’ ένα κατάμεστο “Αρτέμιο Φράνκι” με το μίσος εναντίον της “μεγάλης κυρίας” να ξεχειλίζει, ο “μικρός Βούδας”, αφού αρχικά αρνήθηκε να εκτελέσει πέναλτι το οποίο κέρδισαν οι “μπιανκονέρι”, στη συνέχεια, κατά την αποχώρηση του από το γήπεδο μετά την αντικατάσταση του, έσκυψε, έπιασε από κάτω ένα κασκόλ της Φιορεντίνα το οποίο του πέταξε φίλος των γηπεδούχων και το πήρε μαζί του κατευθυνόμενος προς τα αποδυτήρια.

Όπως ήταν αναμενόμενο αυτή η κίνηση θεωρήθηκε “έσχατη προδοσία” από τους οπαδούς της “Γιούβε” οι οποίοι δεν είχαν ξεχάσει παλαιότερη δήλωση του Μπάτζιο, σύμφωνα με την οποία είχε αναγκαστεί να δεχτεί τη μεταγραφή του στο σύλλογο του Τορίνο. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε ένα όχι και τόσο ευχάριστο κλίμα για τον ίδιο, καθώς, οι φίλαθλοι της ομάδας αδυνατούσαν πλέον να τον αντιμετωπίσουν σαν δικό τους παιδί.

 

Οι πρώτοι τίτλοι

Ωστόσο, η συνέχεια της θητείας του στο “Ντέλε Άλπι” έμελλε να είναι αρκετά πιο ευχάριστη για τον ίδιο. Η έλευση του Τζιοβάνι Τραπατόνι στον πάγκο της Γιουβέντους, το καλοκαίρι του 1991, καθώς και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που έδωσε ο έμπειρος τεχνικός στον Ιταλό σταρ επέτρεψαν στον Μπάτζιο να εξελιχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία της ομάδας και να ξανακερδίσει την εκτίμηση των φιλάθλων.

Στα τρια χρόνια παραμονής του “Τραπ” στο τιμόνι της “μεγάλης κυρίας” (1991-1994) ο Μπάτζιο πέτυχε 74 γκολ και την οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ της σεζόν 1992-93. Επιπλέον, λίγους μήνες αργότερα κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα εκείνης της χρονιάς και έγινε έτσι ο πρώτος Ιταλός που κατέκτησε το συγκεκριμένο βραβείο μετά τον Πάολο Ρόσι, το 1982. Παρόλα αυτά, δεν κατάφερε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο εντός Ιταλίας, πράγμα που συνέβη την τελευταία του χρονιά στους “μπιανκονέρι”.




Την περίοδο 1994-95 με προπονητή πλέον τον Μαρτσέλο Λίπι ο οποίος έδωσε έμφαση στην ομαδική δουλειά και την ομοιογένεια απορρίπτοντας το προσωποκεντρικό μοντέλο του παρελθόντος, η Γιουβέντους κατέκτησε την κορυφή της Serie A για πρώτη φορά μετά από 9 χρόνια. Επιπλέον, η “μεγάλη κυρία” κέρδισε και το κύπελλο Ιταλίας, ενώ έφτασε ξανά στον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ όπου ηττήθηκε από την Πάρμα του Νέβιο Σκάλα.

Εκείνη τη σεζόν ο Μπάτζιο μπορεί να έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός αγωνιστικών χώρων λόγω σοβαρού τραυματισμού, όμως, πρόλαβε να συμπληρώσει 29 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων πέτυχε 14 γκολ και μοίρασε 8 ασίστ. Παράλληλα, με δεδομένη και την εκπληκτική παρουσία του στο Μουντιάλ της Αμερικής το οποίο είχε διεξαχθεί το καλοκαίρι που προηγήθηκε, λίγο έλλειψε να κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, καθώς, στη σχετική ψηφοφορία πήρε τη δεύτερη θέση πίσω από τον Κρίστο Στόιτσκοφ της Μπαρτσελόνα.

 

Το “δικό του” Μουντιάλ

Λίγοι ποδοσφαιριστές έχουν το δικαίωμα να ισχυριστούν οτι σημάδεψαν ένα τουρνουά, όσο ο Μπάτζιο το Μουντιάλ του 1994. Μάλιστα, παρά το γεγονός οτι δεν κατάφερε τελικά να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής με τη “Σκουάντρα Ατζούρα”, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε οτι πρόκειται για το “δικό του” Μουντιάλ.

Σε μια εθνική Ιταλίας η οποία είχε σαν μοναδικό μέλημα την αμυντική της λειτουργία, ο “μικρός Βούδας” ήταν μια γλυκιά παραφωνία, ένας παίκτης-ορχήστρα ο οποίος δημιουργούσε, σκόραρε και καθοδηγούσε τους υπόλοιπους.

Ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο περίμενε ο Αρίγκο Σάκι να πάρει την ομάδα από το χέρι και να την οδηγήσει στη νίκη, κι εκείνος σαν γνήσιος ηγέτης, το έπραξε με συνέπεια ξανά και ξανά, “καθαρίζοντας” με δικά του γκολ (5 συνολικά) όλα τα νοκ-άουτ παιχνίδια της διοργάνωσης για να οδηγήσει την Ιταλία στον τελικό.

Κι όμως, επειδή η πραγματική ζωή δεν έχει πάντα happy end, όλη αυτή η σαν από ταινία πορεία του “κοτσιδάκια” μέχρι την κορυφή του κόσμου σταμάτησε με τον πλέον ειρωνικό τρόπο στις 17 Ιουλίου του 1994. Στο κατάμεστο Ρόουζ Μπόουλ της Πασαντένα κάτω από τον καυτό ήλιο (ελέω τηλεθέασης το παιχνίδι πραγματοποιήθηκε μεσημέρι), με τους Βραζιλιάνους να αδυνατούν να νικήσουν την Ιταλική άμυνα και την αφόρητη ζέστη, οι δυο φιναλίστ κλήθηκαν μετά το “στείρο” 0-0 να παίξουν το τρόπαιο στα πέναλτι.

Κάπου εκεί, με τους συμπαίκτες του να αστοχούν στις δυο από τις τέσσερις εκτελέσεις και με τη με τη “Σελεσάο” (η οποία έχασε μόλις ένα πέναλτι) να προηγείται με 3-2, ο κορυφαίος παίκτης του τουρνουά ανέλαβε το πέμπτο και τελευταίο χτύπημα για λογαριασμό της Ιταλικής ομάδας.

Δεδομένης της κλάσης του αλλά και του “καθαρού μυαλού” που είχε επιδείξει στις κρίσιμες στιγμές των προηγούμενων αγώνων, οι πιθανότητες να αποτύχει έμοιαζαν μηδαμινές. Εξάλλου, το λογικό -και το σωστό, αν θέλετε- θα ήταν να ευστοχήσει. Ανεξάρτητα από το ποιά θα ήταν η τελική έκβαση της αναμέτρησης, η φυσική ροή των πραγμάτων θα ήθελε τον παίκτη που είχε οδηγήσει σχεδόν ολομόναχος την Ιταλία μέχρι εκεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, όχι απαραίτητα για να ολοκληρώσει αυτό που είχε αρχίσει, αλλά αν μη τι άλλο, για να μη γίνει μοιραίος…

Κι όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Σ’ ένα παράξενο παιχνίδι της μοίρας, τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν εμελλε να ρίξουν ταφόπλακα στα όνειρα των Ιταλών και να στοιχειώσουν για πάντα τον Μπάτζιο, ο οποίος, υποχρεώθηκε για τα επόμενα χρόνια να βλέπει ξανά και ξανά την άστοχη εκτέλεση η οποία αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυπαιγμένα ποδοσφαιρικά στιγμιότυπα όλων των εποχών και έγινε μέχρι και τηλεοπτικό σποτ.

Ο Ιταλός σταρ έστειλε τη μπάλα πάνω από τα δοκάρια και άθελα του, όπως είχε κάνει σε όλα τα προηγούμενα παιχνίδια έτσι και σ’ αυτό, ήταν εκείνος που καθόρισε το τελικό αποτέλεσμα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχε καταφέρει να δώσει τη νίκη στην ομάδα του. Δίκαιο; Φυσικά και όχι. Όμως, επειδή κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις, θα μπορούσε να πει κανείς οτι η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν ήταν 100% άδικη για τον ίδιο.

Βλέπετε, αν υπήρχε ένας Ιταλός που είχε το δικαίωμα να αστοχήσει στο κρισιμότερο πέναλτι της αναμέτρησης, εκείνος δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Ρομπέρτο Μπάτζιο.

 

Η αποκαθήλωση και η αναγέννηση

Το καλοκαίρι του 1995 ο Μαρτσέλο Λίπι αποφάσισε να επενδύσει στο ταλέντο του Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο ο οποίος τον είχε εντυπωσιάσει με την πρόοδο του, πράγμα που τον οδήγησε στην απόφαση να πουλήσει τον Μπάτζιο. Μετά από ένα σύντομο μεταγραφικό σίριαλ στο οποίο ενεπλάκησαν αρκετές ομάδες η Γιουβέντους ήρθε σε συμφωνία με τη Μίλαν η οποία εξασφάλησε την υπογραφή του Ιταλού σούπερσταρ.

Η πρώτη του σεζόν στο “Σαν Σίρο” ήταν αρκετά επιτυχημένη, καθώς, πανηγύρισε με τη φανέλα των “ροσονέρι” το δεύτερο (και τελευταίο) πρωτάθλημα της καριέρας του. Μάλιστα, με 7 γκολ και 10 ασίστ σε 28 συμμετοχές αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά όπλα στη φαρέτρα του Φάμπιο Καπέλο.

Ωστόσο, οι αλλαγές προπονητών και η κάκιστη πορεία της ομάδας την επόμενη σεζόν σήμαναν το τέλος της παρουσίας του στη Μίλαν. Η ομάδα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι τον άφησε ελεύθερο το καλοκαίρι του 1997 και ο άλλοτε περιζήτητος ποδοσφαιριστής αισθάνθηκε για πρώτη φορά οτι θα πρέπει να αναζητήσει ομάδα για να συνεχίσει την καριέρα του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μπάτζιο δέχθηκε ένα ακόμα πλήγμα στον εγωισμό του όταν ο Κάρλο Αντσελότι, τότε προπονητής της Πάρμα, τον απέρριψε λέγοντας οτι δεν ταιριάζει στα αγωνιστικά του πλάνα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά βρέθηκε στη Μπολόνια, η οποία, μπορεί να ήταν σαφώς μικρότερη ομάδα από εκείνες στις οποίες είχε αγωνιστεί στο παρελθόν, όμως, του έδωσε την ευκαιρία να αποδείξει οτι δεν είχε ξοφλήσει. Και αυτό ακριβώς έκανε.

Σε μια συμβολική κίνηση, έκοψε την περίφημη κοτσίδα του και πραγματοποίησε μια νέα αρχή, με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο. Με 22 γκολ και 6 ασίστ στο πρωτάθλημα, όχι μόνο βοήθησε τη νέα του ομάδα να αποφύγει τον υποβιβασμό, αλλά την οδήγησε στο Ιντερτότο της επόμενης σεζόν, κέρδισε μια θέση στην αποστολή της εθνικής Ιταλίας για το Μουντιάλ του καλοκαιριού και μια υποψηφιότητα για τη Χρυσή Μπάλα εκείνης της χρονιάς.

 

Η εξιλέωση

Το Μουντιάλ του 1998 ήταν η τελευταία μεγάλη διοργάνωση στην οποία πήρε μέρος. ‘Οπως πάντα, έτσι και αυτή τη φορά, βρήκε τον τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Μόλις στο πρώτο παιχνίδι της φάσης των ομίλων, απέναντι στη Χιλή, ο Μπάτζιο κλήθηκε να καταπολεμήσει τα φαντάσματα που τον στοίχειωναν τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. Με το σκορ στο 2-1 υπέρ της ομάδας του Σάλας και του Ζαμοράνο, η Ιταλία κέρδισε πέναλτι έξι λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα. Όπως όφειλε να κάνει σαν πραγματικός ηγέτης, ο “μικρός Βούδας” αποδέχτηκε αυτή την απρόσμενη πρόκληση.

Είχα στο μυαλό μου το πέναλτι που είχα χάσει με τη Βραζιλία”, είπε ο ίδιος, αργότερα, “στάθηκα στο σημείο του πέναλτι καί είπα στον εαυτό μου οτι πρέπει απλώς να το εκτελέσω δυνατά”.

Και αυτό ακριβώς έκανε. Η εύστοχη εκτέλεση χάρισε στην Ιταλία ένα βαθμό, αλλά πάνω απ’ όλα, βοήθησε τον ίδιο να εξιλεωθεί και να πάψει να βλέπει τους εφιάλτες του 1994. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, στο επόμενο παιχνίδι της “Σκουάντρα Ατζούρα”, απέναντι στην Αυστρία, σκόραρε ξανά.

Και όταν στον προημιτελικό απέναντι στη διοργανώτρια Γαλλία η πρόκριση κρίθηκε στα πέναλτι, ήταν και πάλι εκεί. Η Ιταλία μπορεί να αποκλείστηκε από τους “Τρικολόρ”, όμως, εκείνος ευστόχησε στο πέναλτι που χτύπησε. Αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνος ο μοιραίος παίκτης.

 

Το φινάλε

Η εξαιρετική σεζόν με τη Μπολόνια και η παρουσία του στο Μουντιάλ της Γαλλίας τράβηξαν την προσοχή της Ίντερ, η οποία κινήθηκε για να κάνει δικό της τον έμπειρο Ιταλό που έπαιζε σαν έφηβος. Η θητεία του στους “νερατζούρι” συνδυάστηκε με μια δύσκολη περίοδο για το σύλλογο, πράγμα που δεν του επέτρεψε να διακριθεί.

Επιπλέον, η άφιξη του Μαρτσέλο Λίπι στο “Τζουζέπε Μεάτσα”, με τον οποίο δεν είχαν τις καλύτερες σχέσεις από την εποχή που ο Ιταλός προπονητής αποφάσισε να τον πουλήσει όταν οι δυο τους βρισκόταν στη Γιουβέντους, αποτέλεσε το τέλος της θητείας του στην ομάδα. Μετά από δυο σεζόν στην Ίντερ, ο Μπάτζιο έμεινε ελεύθερος το καλοκαίρι του 2000 και υπέγραψε στη Μπρέσια, στην οποία και έκλεισε την καριέρα του τέσσερα χρόνια αργότερα.

Στο διάστημα αυτό φόρεσε τη φανέλα των “μπιανκοατζούρι” 100 φορές σκοράροντας σχεδόν ένα γκολ ανά δυο παιχνίδια, όμως, πάνω απ’ όλα, βρήκε ξανά την αγάπη του για το ποδόσφαιρο, κάτι που είχε χάσει στα δυο χρόνια που αγωνίστηκε στην Ίντερ.

Στις 16 Μαΐου 2004 έδωσε το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του απέναντι στη Μίλαν. Σ’ ένα κατάμεστο “Σαν Σίρο” από 80 χιλιάδες φιλάθλους των “ροσονέρι” οι οποίοι γιόρταζαν την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ο Μπάτζιο αντικαταστάθηκε λίγα λεπτά πριν την ολοκλήρωση του ματς για να γνωρίσει την αποθέωση από τους φίλους της πρώην ομάδας του.

Σήμερα, παραμένει ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στα Ιταλικά γήπεδα. Μάλιστα, αποτελεί ταυτόχρονα μέλος τόσο του Hall of Fame της Μίλαν, όσο και του κλειστού κλαμπ των 50 κορυφαίων παικτών που φόρεσαν ποτέ τη φανέλα της Γιουβέντους.

Όχι κι άσχημα, για κάποιον που αναγκάστηκε να αποχωρήσει και από τις δυο ομάδες επειδή έπαψε να ταιριάζει στα πλάνα του προπονητή…

 

Διαβάστε επίσης:

Ο Ιταλός που αντιτάχθηκε στο “κατενάτσιο”

Οι ποδοσφαιρικές “αυτοκρατορίες”




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *