Νοσταλγώντας τα πραγματικά ντέρμπι

By
Updated: March 1, 2016

Όσοι από ‘σας παρακολουθείτε αυτό το υπέροχο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο χωρίς γυαλιά οποιουδήποτε χρώματος και τυγχάνει να έχετε αναμνήσεις από το ελληνικό πρωτάθλημα των ’90s και των πρώτων χρόνων αυτής της χιλιετίας, πιθανότατα θα αναπολείτε με νοσταλγία τα μεγάλα ντέρμπι εκείνης της περιόδου.

Δε λέω οτι το πρωτάθλημα ήταν καλύτερο τότε απ’ οτι σήμερα, όχι γιατί δεν το πιστεύω αλλά επειδή ανέκαθεν θεωρούσα γραφική -αν και κάθε άλλο παρά παράλογη- την τάση των γηραιότερων να αναφέρονται με κολακευτικά σχόλια στη δική τους εποχή απαξιώνοντας τις μεταγενέστερες.

Ωστόσο, δεδομένου του οτι δε με έχουν πάρει ακόμα τα χρόνια (αν είναι δυνατόν, ούτε τα 35 δεν έχω κλείσει ακόμα), νομίζω οτι δεν κινδυνεύω με τη σειρά μου να θεωρηθώ γραφικός από τους νεότερους αν πω οτι εδώ και αρκετά χρόνια η Σούπερλίγκα δε βλέπεται με τίποτα και οτι οι αναμνήσεις που έχω από το ελληνικό πρωτάθλημα των εφηβικών μου χρόνων είναι πιο συναρπαστικές από αυτές που θα έχουν σε είκοσι χρόνια οι σημερινοί έφηβοι.

Δεν αναφέρομαι μόνο στο επιεικώς απαράδεκτο θέαμα, τα άδεια γήπεδα και τις κακές διαιτησίες που βλέπουμε κάθε Σαββατοκύριακο, αυτά είναι ζητήματα που υπήρχαν και πριν 20 χρόνια. Ακόμα κι έτσι, το πρωτάθλημα της χώρας μας είχε κάτι να προσφέρει στον φίλαθλο εκείνη την εποχή: Τον ενθουσιασμό και τις συγκινήσεις των ντέρμπι. Των “δικών μας ντέρμπι”, που λέει και το σποτάκι της Nova.

Πρόκειται για μια χρονική περίοδο όπου οι τρεις μεγάλες ομάδες της Αττικής διεκδικούσαν το πρωτάθλημα σαν ίσος προς ίσο (τα περί “παράγκας” κλπ είναι μια άλλη συζήτηση, το πρωτάθλημα πάντως κρινόταν τις τελευταίες αγωνιστικές και όχι από το Μάρτιο), και παρά το γεγονός οτι δεν είχε “χτιστεί” ακόμα ο ΠΑΟΚ που τα επόμενα χρόνια “χώθηκε” στην τριάδα αυξάνοντας τις ομάδες που ονειρεύονταν τίτλο, το ελληνικό πρωτάθλημα είχε σε πλεόνασμα τα στοιχεία εκείνα που κατά την ταπεινή μου άποψη του λείπουν σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: Σασπένς και ντέρμπι με πραγματική βαθμολογική σημασία.

Μπορεί και τότε να υπήρχαν φαβορί και αουτσάιντερ, διαιτητικά λάθη, ίντριγκες, σκάνδαλα και κάθε λογής αμφισβήτηση, όμως τα ματς μεταξύ των τριών μεγάλων ομάδων του λεκανοπεδίου δεν ήταν απλώς παιχνίδια γοήτρου, ούτε έκριναν το πλασάρισμα για τα επερχόμενα play off. Ήταν πραγματικά ντέρμπι που είχαν το χαρακτήρα του αγώνα της χρονιάς για τους δυο αντιπάλους και έτσι ακριβώς αντιμετωπίζονταν όχι μόνο από τις ομάδες και τους οπαδούς τους, αλλά από το σύνολο των ποδοσφαιρόφιλων σε ολόκληρη τη χώρα.

Ποιός δε θυμάται την πρώτη επίσκεψη του Μπάγεβιτς στη Νέα Φιλαδέλφια με τη φόρμα του Ολυμπιακού το 1997; Τα δυο ισόπαλα (με 2-2) κρίσιμα ματς των αιωνίων το 2000 και το 2004 ή το περιβόητο ντέρμπι της Ριζούπολης το 2003; Το Παναθηναϊκός-ΑΕΚ του 2005 που τελείωσε ισόπαλο δίνοντας ουσιαστικά τον τίτλο στον Ολυμπιακό και τα αρκετά ακόμα ντέρμπι εκείνων των χρόνων που άφησαν εποχή;

Πρόκειται για παιχνίδια που όσοι τα έζησαν έστω και από την τηλεόραση θα τα θυμούνται για χρόνια και είναι λογικό να τα αναπολούν σήμερα, καθώς στις μέρες μας τα αντίστοιχα ματς έχουν σαφώς μικρότερη βαθμολογική σημασία, πράγμα που τους στερεί ένα σημαντικό ποσοστό της λάμψης που είχαν κάποτε.

Κακά τα ψέματα, δεν είναι τυχαίο το οτι δυο από τα συναρπαστικότερα ντέρμπι που παρακολουθήσαμε την τελευταία δεκαετία διεξήχθησαν στα πλαίσια του κυπέλλου (ο αξέχαστος τελικός του 2009 και η ρεβάνς της περυσινής ημιτελικής φάσης ανάμεσα στον Ολυμπιακό και την ΑΕΚ), καθώς λόγω της φύσης της διοργάνωσης οι πιθανότητες των αντιπάλων είναι πιο “μοιρασμένες” συγκριτικά με το μαραθώνιο του πρωταθλήματος.

Ένα άλλο στοιχείο που στερεί μέρος της λάμψης των σύγχρονων ντέρμπι είναι η απουσία φιλάθλων των φιλοξενούμενων ομάδων. Προσωπικά, ακόμα και σήμερα αδυνατώ να κατανοήσω τη λογική αυτής της μεθόδου, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να κρατήσεις τους κάφρους μακριά από τα γήπεδα, παρά μόνο η γενική απαγόρευση εισόδου σ’ αυτά.

Ανέκαθεν θεωρούσα την καυτή ατμόσφαιρα βασικό συστατικό ενός καλού ντέρμπι, και με ξενερώνει αφάνταστα η μονόπλευρη παρουσία φιλάθλων στις κερκίδες επειδή δήθεν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν τα επεισόδια. Φυσικά αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα, όμως θεωρώ οτι αν ο μοναδικός τρόπος ομαλής διεξαγωγής ενός αθλητικού γεγονότος είναι η απαγόρευση παρουσίας των οπαδών της μιας ομάδας, τότε μάλλον κάτι δεν πάει καλά.

Σε τελική ανάλυση, τα περιστατικά βίας δεν έχουν μειωθεί δα και τόσο δραματικά από τη στιγμή που απαγορεύτηκε η μετακίνηση οπαδών. Όταν θέλουν μια χαρά τα σπάνε οι οπαδοί των γηπεδούχων μόνοι τους, δεν άκουσα ποτέ κανέναν τους να λέει στους δικούς του “μάγκες χαλαρώστε, αφού δεν υπάρχουν οπαδοί απέναντι ας είμαστε κόσμιοι”.

Τέλος, υπάρχει και ο παράγοντας “δράμα”, που λένε και στο χωριό μου. Η διαχρονικότητα της κόντρας των “αιωνίων” μπορεί να προσδίδει αίγλη στα μεταξύ τους παιχνίδια, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να τα “ανεβάσει” επίπεδο. Εκείνο που κάνει ένα επερχόμενο ντέρμπι πρώτο θέμα είναι το πρόσφατο background και η χρονική περίοδος στην οποία διεξάγεται. Τα πρόσωπα, το κίνητρο, οι ιστορίες που πάντα έπαιζαν το δικό τους ρόλο σ’ αυτά τα παιχνίδια.

Κατά τη διάρκεια των “πέτρινων χρόνων” του Ολυμπιακού η κόντρα ανάμεσα σε ΑΕΚ και Παναθηναϊκό για την κατάκτηση του πρωταθλήματος είχε ανάψει για τα καλά στα μέσα των ’90s, μετατρέποντας τα μεταξύ τους ματς σε τελικούς. Στη συνέχεια, η μετακίνηση του Μπάγεβιτς από την ΑΕΚ στον Ολυμπιακό έκανε τα παιχνίδια μεταξύ των δυο ομάδων να μοιάζουν με κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικά ματς, ειδικά για τους οπαδούς των κιτρινόμαυρων που αισθανόταν οτι είχαν προδοθεί από το Σερβοέλληνα τεχνικό.

Κάπου εκεί ήρθε και η άτυπη ρεβάνς της “ένωσης” με την “αρπαγή” του Ντέμη Νικολαΐδη μέσα απ’ τα χέρια της ομάδας του Πειραιά και η ανακήρυξη του σε αγαπημένο παιδί της εξέδρας, ειδικά αφότου έχτισε τη δική του παράδοση με αντίπαλο τον Ολυμπιακό. Λίγα χρόνια αργότερα διεξήχθη το θρίλερ της μεταγραφής του Μιχάλη Κωνσταντίνου τον οποίο διεκδίκησαν οι δυο “αιώνιοι” με νικητή τον Παναθηναϊκό, η μετακίνηση του Αντώνη Νικοπολίδη στον Ολυμπιακό, η κόντρα ΑΕΚ-Ολυμπιακού για την υπογραφή του Στολτίδη και άλλα επεισόδια τα οποία ενίσχυσαν την ήδη υπάρχουσα λάμψη των αθηναϊκών ντέρμπι.

Κάπως έτσι ο κόσμος “τρελαινόταν”, η ατμόσφαιρα έφτιαχνε και η εβδομάδα περνούσε με συζητήσεις επί συζητήσεων σχετικά με το ντέρμπι. Ανεξάρτητα αν ήσουν οπαδός της μιας εκ των δυο ομάδων ή όχι, το ματς ήταν το σημαντικότερο event του Σαββατοκύριακου, ειδικά αν επρόκειτο για παιχνίδι του δεύτερου γύρου.

Σήμερα τα πράγματα μοιάζουν κάπως διαφορετικά, καθώς, πόση σημασία μπορεί να έχει ένα ντέρμπι όταν το μόνο που διακυβεύεται είναι το γόητρο; Το πρόσφατο ΑΕΚ-Ολυμπιακός για παράδειγμα (κατά τη γνώμη μου το μοναδικο πραγματικά ενδιαφέρον ντέρμπι της φετινής σεζόν της Σούπερλίγκσ) ήταν ένα αρκετά καλό ματς, όμως η όμορφη ατμόσφαιρα των γηπεδούχων και το κίνητρο των φιλοξενούμενων να διατηρήσουν το αήττητο δε νομίζω οτι είναι αρκετά για να μιλήσουμε για ένα πραγματικά σημαντικό παιχνίδι.




Το Ελληνικό ποδόσφαιρο έχει ανάγκη από ματς που θα στείλουν το φίλαθλο στο γήπεδο ή θα τον κρατήσουν μέσα την Κυριακή το βράδυ για να τα παρακολουθήσει, ανεξάρτητα απο το πόσο καλές είναι οι διαιτησίες ή από την ποιότητα του θεάματος. Κάπου διάβασα πρόσφατα (λυπάμαι αλλά δε συγκράτησα το όνομα της ιστοσελίδας) οτι ο Ολυμπιακός κέρδισε από το Φεβρουάριο το πιο βαρετό πρωτάθλημα της Ευρώπης, σχόλιο το οποίο δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα.

Όταν ξέρεις τον πρωταθλητή από τα Χριστούγεννα πόσο να σε ενθουσιάσει η προοπτική ενός ντέρμπι στα μέσα του Γενάρη ή Φλεβάρη; Όταν το πρωτάθλημα έχει κριθεί τρεις μήνες πριν το τέλος του, πόση σημασία έχει πραγματικά ένα ντέρμπι αιωνίων που θα διεξαχθεί την 20η ή την 25η αγωνιστική; Για τους οπαδούς βέβαια είναι σημαντικό να δουν την ομάδα τους να κερδίζει ώστε να κάνουν καζούρα στους αντιπάλους, πράγμα που για τους ίδιους δεν είναι λίγο.

Για όλους εμάς τους υπόλοιπους όμως που αναζητάμε έναν καλό λόγο για να να παρακολουθήσουμε το προϊόν που λέγεται “Σούπερλίγκα” η προοπτική μερικών ενδιαφέροντων αγώνων στα πλαίδια των play off δε μοιάζει αρκετή. Θα μου πει κανείς, “αν δε σου αρέσει το ελληνικό πρωτάθλημα γύρνα το στην Πρέμιερ Λιγκ, τι μας σκοτίζεις με τις παπαριές σου;”, και θα έχει δίκιο. Εξάλλου, αυτό κάνω τα τελευταία χρόνια, σπανίως παρακολουθώ ελληνικά ματς.

Αυτό όμως δε σημαίνει οτι νιώθω καλά με αυτό, κάθε άλλο. Νιώθω άσχημα που έχω χάσει κάθε ελπίδα να διεξαχθεί κάποτε με διαφάνεια αυτό το πρωτάθλημα, αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο. Λυπάμαι που η ομάδα που υποστηρίζω από παιδί δεν αγωνίζεται (και κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να αγωνιστεί στο μέλλον) στην πρώτη κατηγορία, αλλά ούτε αυτό είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι οτι νιώθω απέραντη αγάπη γι’ αυτό το άθλημα και ζω σε μια χώρα της οποίας το πρωτάθλημα δεν έχει πλέον ούτε 2-3 συναρπαστικά ματς το χρόνο να μου προσφέρει.

Στο φινάλε τι ζητάω; Κανένα ντέρμπι της προκοπής που και που. Τόσο δύσκολο είναι;




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *