Ο Ιταλός που αντιτάχθηκε στο “κατενάτσιο”

By
Updated: December 20, 2015

Όσοι από ‘σας έχετε ποδοσφαιρικές αναμνήσεις από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, σίγουρα θα θυμάστε τη μεγάλη Μίλαν του Γκούλιτ, του Βαν Μπάστεν και του Ράικαρντ. ‘Η για να το θέσω πιο σωστά, τη μεγάλη Μίλαν του Αρίγκο Σάκι. Του προπονητή που -σύμφωνα με πολλούς- άλλαξε την Ιταλική ποδοσφαιρική κουλτούρα εξελίσσοντας τη σε κάτι πολύ πιο γοητευτικό από το ψυχρό “κατενάτσιο”.

Όταν αναλάμβανε την τεχνική ηγεσία των “Ροσονέρι”, ο ανερχόμενος τότε προπονητής δέχτηκε σκληρή κριτική από τον Τύπο, καθώς η φτωχή, ερασιτεχνική πορεία του σαν ποδοσφαιριστής δεν έπειθε τους Ιταλούς δημοσιογράφους οτι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σπουδαία καριέρα στους πάγκους. Ο ίδιος ήταν άνθρωπος που δε μασούσε τα λόγια του, και δε δίστασε να δώσει τη δική του απάντηση στα κακεντρεχή σχόλια: “Δεν ήξερα οτι για να γίνεις καλός αναβάτης πρέπει πρώτα να γεννηθείς άλογο”.

Και είχε δίκιο. Ο Σάκι μπορεί να υπήρξε…χειρότερος παίκτης και από τον Μπερλουσκόνι, όμως σαν προπονητής έμελλε να αφήσει το στίγμα του στο Ιταλικό ποδόσφαιρο. Όσοι έχουν δει τη Μίλαν της τετραετίας 1987-1991 θυμούνται μια ομάδα που έμοιαζε να λειτουργεί με στρατιωτική πειθαρχία. Ένα δεμένο, στιβαρό σύνολο συμμετρικά παραταγμένο στο γήπεδο, έτοιμο να αρπάξει την παραμικρή ευκαιρία και να καταστρέψει τον αντίπαλο.

Το παιχνίδι της ήταν η επιτομή της αντεπίθεσης και ήταν τόσο γοητευτικό, που δεν έμοιαζε σε τίποτα με την πάλαι ποτέ “καταστροφική” ποδοσφαιρική αντίληψη που είχαν διδάξει οι Ιταλικές ομάδες. Θα έλεγε κανείς οτι επρόκειτο για την εξέλιξη του “ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου” που έφεραν στον κόσμο οι Ολλανδοί τη δεκαετία του ’70. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα οτι, οι τρεις ακρογωνιαίοι λίθοι εκείνης της μεγάλης Μίλαν ήταν Ολλανδοί. Ο Σάκι ήξερε οτι εκείνοι μπορούσαν να αφομοιώσουν και να μεταδώσουν αποτελεσματικά στους υπόλοιπους παίκτες τις βασικές αρχές του παιχνιδιού που ζητούσε.

Εξάλλου, ο ίδιος δεν είχε ποτέ σε ιδιαίτερη εκτίμηση το κλασσικό Ιταλικό στυλ παιχνιδιού, πράγμα που τον οδήγησε να αρνηθεί τα περισσότερα από τα παραδοσιακά δόγματα των μεγάλων Ιταλών προπονητών. Αυτός πιθανότατα είναι και ο λόγος για τον οποίο χαίρει μεγαλύτερης συμπάθειας στο εξωτερικό, παρά στην ίδια του τη χώρα.

 

Επρόκειτο για έναν προπονητή που “ξεφύτρωσε” από το πουθενά και διεκδίκησε θέση στην κορυφή του  Ιταλικού ποδοσφαίρου, πράγμα που δεν άρεσε στους φτασμένους προπονητές της εποχής, οι οποίοι  δυσκολεύτηκαν να εξοικειωθούν με την παρουσία του.

Παρόλα αυτά, κανείς δε μπορεί να αρνηθεί οτι ο Σάκι ήταν ένας επαναστάτης των πάγκων που συνέβαλε  σημαντικά στον εκσυγχρονισμό του Ιταλικού ποδοσφαίρου. Είναι χαρακτηριστικό το οτι δε δίστασε  να καθιερώσει στη Serie A την άμυνα ζώνης (την οποία είχε υιοθετήσει μερικά χρόνια νωρίτερα ο Σουηδός Νιλς  Λίντχολμ στη Ρόμα και τη Μίλαν) και να προκαλέσει αγωνιστική επανάσταση στο ποδόσφαιρο της γειτονικής  μας χώρας, σε μια εποχή όπου οι Ιταλικές άμυνες ήταν ίσως οι πιο “αποτελεσματικές” της Ευρώπης.




Η θητεία του στη Μίλαν θεωρείται από τις πιο επιτυχημένες παρουσίες προπονητών στον πάγκο των “ροσονέρι”, καθώς οδήγησε την ομάδα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην κατάκτηση ενός πρωταθλήματοςδύο κυπέλλων πρωταθλητριώνδύο διηπειρωτικων κυπέλλων και δύο Ευρωπαϊκών Σούπερ Καπ. Αυτές οι επιτυχίες αποτέλεσαν το εισιτήριο του για τον πάγκο της εθνικής Ιταλίας, το τιμόνι της οποίας ανέλαβε για μια πενταετία (’91-’96), οδηγώντας τη μάλιστα στον τελικό του μουντιάλ του 1994.

 

 

Το παράδοξο είναι οτι, όσο ένδοξη κι αν ήταν η προπονητική πορεία του Σάκι μέχρι εκείνο το σημείο, τόσο άδοξα κύλησαν τα επόμενα χρόνια της καριέρας του. Μια σύντομη επιστροφή στη Μίλαν το 1996 και δύο αποτυχημένα περάσματα από Ατλέτικο Μαδρίτης και Πάρμα ολοκλήρωσαν το κεφάλαιο “προπονητική” για τον ίδιο. Η πρόσληψη του στο πόστο του ποδοσφαιρικού διευθυντή από τη Ρεάλ Μαδρίτης το 2004, απέδειξε πόσο σεβαστό πρόσωπο ήταν ακόμα και τότε ο Ιταλός τεχνικός εκτός Ιταλίας.

Αυτό είναι κάτι που έχει αποδειχθεί πολλές φορές στο παρελθόν, παρά το γεγονός οτι πολλοί συμπατριώτες του διαφωνούν. Μάλιστα, δεν ήταν τυχαία η δήλωση του Γιούργκεν Κλοπ μετά τον θρίαμβο της τότε ομάδας του, της Ντόρτμουντ, επί της Ρεάλ, στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013“Έμαθα τα πάντα από εκείνον. Η ομάδα μου αγγίζει μόνο το 10% της ομάδας του Σάκι”.




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *