Ρικάρντο Κουαρέσμα: Ένας γνήσιος παίκτης αλάνας

By
Updated: May 6, 2016

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν οτι από πλευράς ταλέντου δεν υστερούσε ούτε στο ελάχιστο έναντι του Κριστιάνο Ρονάλντο. Εξάλλου, εκείνος ήταν ο πρώτος από τους δυο που πήρε προαγωγή από τα τμήματα υποδομής της Σπόρτινγκ Λισαβόνας στη μεγάλη ομάδα, ένα χρόνο πριν τα καταφέρει ο σημερινός σούπερσταρ της Ρεάλ Μαδρίτης.

Και παρά το οτι στις μέρες μας οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους μοιάζει άτοπη -αν όχι αφελής-, στις αρχές της χιλιετίας που διανύουμε αμφότεροι θεωρούντο διάδοχοι του Λουίς Φίγκο, καθώς, όχι μόνο προέρχονταν από τον ίδιο σύλλογο αλλά αγωνίζονταν και στην ίδια θέση με τον σπουδαίο συμπατριώτη τους.

Τελικά, τα πράγματα άλλαξαν στην πορεία καθώς, ο Ρονάλντο ήταν ο μονος από τους δυο ταλαντούχους Πορτογάλους που κατάφερε να δικαιώσει τις προσδοκίες. Ωστόσο, αυτό που δεν αλλάζει είναι η βεβαιότητα οτι ο Ρικάρντο Κουαρέσμα υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ το Πορτογαλικό ποδόσφαιρο, καθώς επίσης και ένας από τους πλέον θεαματικούς παίκτες της εποχής του. Η απαράμιλλη τεχνική του κατάρτιση, οι γεμάτες έμπνευση κινήσεις του και τα φάλτσα που λάτρευε να δίνει στη μπάλα συνέθεταν ένα σπάνιας ομορφιάς μωσαϊκό που χαιρόσουν να παρακολουθείς.

Θα έλεγε κανείς οτι το αγωνιστικό του προφίλ θύμιζε περισσότερο παίκτη αλάνας για τον οποίο η νίκη είχε αξία μόνο όταν συνοδευόταν από θέαμα, παρά επαγγελματία ποδοσφαιριστή διατεθειμένο να βάλει σε καλούπια τη χαρά που του προκαλούσε το παιχνίδι, προκειμένου να δώσει προτεραιότητα στο αποτέλεσμα.

Ατίθασος χαρακτήρας εντός και εκτός γηπέδων, δεν ήταν λίγες οι φορές κατά τη διάρκεια της καριέρας του που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα όχι μόνο λόγω του απείθαρχου παιχνιδιού του, αλλά και εξαιτίας της ανεξέλεγκτης τάσης του να λέει αυτό που σκέφτεται χωρίς περιστροφές.

Ωστόσο, παρά την ξεροκεφαλιά και την άναρχη φύση του, οι ευκαιρίες που του δόθηκαν να αγωνιστεί σε κορυφαίους Ευρωπαϊκούς συλλόγους ήταν ουκ ολίγες, καθώς, η ποδοσφαιρική του κλάση παραήταν υψηλή για να την αγνοήσει κανείς.

 

Οι προσδοκίες

Ο άνθρωπος που του άνοιξε το δρόμο για να γίνει επαγγελματίας ήταν ο Λάζλο Μπόλονι, ο οποίος του έδωσε θέση στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ, τη σεζόν 2001-02. Ο 18χρονος τότε Κουαρέσμα ανταπέδωσε τη χάρη στον προπονητή του καθώς ήταν από τους βασικούς συντελεστές του νταμπλ των “λιονταριών” εκείνη τη σεζόν, αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον.

Η επόμενη αγωνιστική περίοδος μπορεί να μην ήταν εξίσου επιτυχημένη για την ομάδα της Λισαβόνας, όμως ο Κουαρέσμα είχε ήδη τραβήξει τα βλέμματα αρκετών Ευρωπαϊκών συλλόγων που είδαν στο πρόσωπο του ένα ανερχόμενο αστέρι. Έτσι, η μεταγραφή του στη Μπαρτσελόνα μετά από μόλις δυο χρόνια στην πρώτη κατηγορία της Πορτογαλίας μάλλον αποτέλεσε φυσιολογική εξέλιξη.

Ωστόσο, έκπληξη προκάλεσε η αδυναμία του ταλαντούχου Πορτογάλου να αποδείξει οτι μπορεί να σταθεί σε αυτό το επίπεδο. Λίγο οι υψηλές προσδοκίες που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, λίγο το γεγονός οτι δεν ταίριαξε με το νέο του προπονητή, Φρανκ Ράικαρντ, η πρώτη του σεζόν στο “Καμπ Νου” κύλησε μεταξύ πάγκου και εντεκάδας, χωρίς πολλές αξιόλογες στιγμές για τον ίδιο, αλλά ούτε για τη “Μπάρτσα” η οποία δεν κέρδισε κάποιο τίτλο.

Κάπου εκεί έδειξε και τα πρώτα δείγματα απειθαρχίας, καθώς, το καλοκαίρι του 2004 δε δίστασε να δηλώσει δημόσια οτι δεν πρόκειται να επιστρέψει στη Βαρκελώνη αν δε φύγει από την ομάδα ο Φρανκ Ράικαρντ.

Αυτό ήταν το τέλος της παρουσίας του στην ομάδα της Καταλονίας, καθώς οι άνθρωποι του συλλόγου προχώρησαν άμεσα στην παραχώρηση του στην Πόρτο στο πλαίσιο της μεταγραφής του Ντέκο από την Πορτογαλική ομάδα στους “μπλαουγκράνα”.

 

Η “αναγέννηση” και η δεύτερη ευκαιρία

Έτσι, ο Κουαρέσμα βρήκε την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην καριέρα του με τη φανέλα της τότε πρωταθλήτριας Ευρώπης την οποία φόρεσε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Παρά την κριτική που δέχθηκε εξαιτίας της κατάχρησης ντρίμπλας η οποία έγινε ως ένα βαθμό συνώνυμο του ονόματος του, η παρουσία του στους “δράκους” ήταν ιδιαίτερα καλή.

Το κοινό της ομάδας τον λάτρεψε και ο ίδιος καθιερώθηκε ξανά στη συνείδηση των ποδοσφαιρόφιλων σαν ένα από τα κορυφαία ονόματα του Πορτογαλικού ποδοσφαίρου, κερδίζοντας τρια πρωταθλήματα στο “Ντραγκάο”, αλλά κυρίως, αποδεικνύοντας οτι το πέρασμα του από τη Μπαρτσελόνα ήταν μια κακή παρένθεση.

Tουλάχιστον έτσι πίστεψε ο Ζοζέ Μουρίνιο, ο οποίος τον πήρε στο “Τζουζέπε Μεάτσα” όταν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ίντερ, το καλοκαίρι του 2008. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο Κουαρέσμα κλήθηκε να αποδείξει οτι μπορεί να εντυπωσιάσει και μακριά από τη χώρα του.

 

Ο Πορτογάλος προπονητής έδωσε αρκετές ευκαιρίες στο συμπατριώτη του δείχνοντας οτι είχε εμπιστοσύνη στο ταλέντο του, όμως, όπως δήλωσε αργότερα, η τακτική απειθαρχία του παίκτη του δεν του επέτρεψε να προσφέρει όλα όσα η ομάδα περίμενε από εκείνον.

Έτσι, η θητεία του στους “νερατζούρι” ολοκληρώθηκε μετά από δυο σεζόν (και αφού ενδιάμεσα είχε περάσει λίγους μήνες στην Τσέλσι με τη μορφή δανεισμού) με τον Ιταλικό σύλλογο να έρχεται σε συμφωνία με τη Μπεσίκτας για την παραχώρηση του, το καλοκαίρι του 2010.




 

Η αποθέωση και τα παρατράγουδα

Η λογομαχία του με τον Καρβαλιάλ ήταν η αρχή του τέλους της πρώτης θητείας του στη Μπεσίκτας.

Όπως ήταν αναμενόμενο στην Τουρκία ο Κουαρέσμα αντιμετωπίστηκε σαν σούπερσταρ, καθώς, ήταν μεγάλη υπόθεση για το πρωτάθλημα της γειτονικής μας χώρας να διαθέτει έναν ποδοσφαιριστή που είχε αγωνιστεί στην Πόρτο, τη Μπαρτσελόνα και την Ίντερ. Το θεαματικό στυλ του παιχνιδιού του εκτιμήθηκε ιδιαίτερα, ενώ ο ίδιος βρήκε την ευκαιρία να παίξει το ποδόσφαιρο που του αρέσει χωρίς να δέχεται κριτική κάθε φορά που έκανε μια ντρίμπλα παραπάνω. Ωστόσο, ούτε εκεί έλλειψαν τα παρατράγουδα.

Η έντονη λογομαχία με τον Κάρλος Καρβαλιάλ, το Μάρτιο του 2012, με αφορμή την αντικατάσταση του στο ημίχρονο του αγώνα εναντίον της Ατλέτικο Μαδρίτης σε αγώνα για τo Γιουρόπα Λιγκ σήμανε την αρχή του τέλους της παρουσίας του στην ομάδα της Κωνσταντινούπολης. Φανερά εκνευρισμένος ο Κουαρέσμα δε δίστασε να πει στον προπονητή του οτι χάρη σ’ εκείνον είχε βρει δουλειά στη Μπεσίκτας και ως εκ τούτου, δεν είχε δικαίωμα να τον βγάλει από το παιχνίδι.

Τελικά, μετά την ολοκλήρωση εκείνης της σεζόν ο Πορτογάλος τεχνικός αποχώρησε από την ομάδα, ενώ το ίδιο συνέβη και με τον Κουαρέσμα λίγους μήνες αργότερα, καθώς, οι σχέσεις του με τη διοίκηση του συλλόγου είχαν πάψει από καιρό να είναι καλές.

 

Πίσω στο “Ντραγκάο”

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, και αφού μεσολάβησε ένα σύντομο πέρασμα από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αλ Αχλί, επέστρεψε στην πατρίδα του, εκεί όπου ήξερε οτι τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν. Χιλιάδες φίλαθλοι τον αποθέωσαν στην πρώτη προπόνηση της δεύτερης θητείας του στην Πόρτο, ενώ η διοίκηση των “δράκων” φρόντισε να του δώσει το αγαπημένο του νούμερο 7.

Εκείνος από την πλευρά του έδωσε για τον επόμενο ενάμιση χρόνο τον καλύτερο του εαυτό προκειμένου να οδηγήσει την ομάδα του Οπόρτο στον τίτλο. Μπορεί να μην τα κατάφερε, όμως οι εμφανίσεις του ήταν αρκετά καλές και πιθανότατα θα είχαν σταθεί αρκετές για να επεκτείνουν το διάστημα της παρουσίας του στο “Ντραγκάο”, αν ο ίδιος ήξερε να κρατάει το στόμα του κλειστο.

 

Η επιστροφή στην Τουρκία

Αντ’ αυτού, οι δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες ο Χόρχε Ζεσούς (πρώην τεχνικός της Μπενφίκα και νυν της Σπόρτινγκ) είναι καλύτερος προπονητής από τον Ζοζέ Μουρίνιο δεν ήχησαν καλά στα αυτιά των ιθυνόντων της Πόρτο και κάπως έτσι, ο Κουαρέσμα βρέθηκε σε διαδικασία αναζήτησης της επόμενης ομάδας του.

Και ποιά ήταν αυτή; Η… προηγούμενη. Ο Πορτογάλος άφησε οριστικά πίσω του τα προβλήματα του παρελθόντος και επέστρεψε στη Μπεσίκτας για να κάνει άλλη μια νέα αρχή. “Απρόσμενη εξέλιξη” θα έλεγε κάποιος, όχι όμως όσοι μπορούν να αντιληφθούν πόση σημασία έχει για τον ίδιο η αγάπη του κόσμου.

Χιλιάδες οπαδοί των “ασπρόμαυρων” τον υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης για να εκφράσουν τη χαρά τους για την επιστροφή ενός εκ των πιο θεαματικών ποδοσφαιριστών (αν όχι του πιο θεαματικού) που έχουν πατήσει ποτέ σε Τούρκικο γήπεδο.

 

Και όπως είναι φυσιολογικό, για έναν παίκτη που έχει επανειλημμένως κατακριθεί για κατάχρηση ντρίμπλας και έλλειψη ουσίας στο παιχνίδι του έχει μεγάλη σημασία να αγωνίζεται σε μια ομάδα όπου το αγωνιστικό του στυλ θεωρείται επίδειξη υψηλής ποιότητας και όχι ένδειξη τακτικής απειθαρχίας.

Αν αυτό σημαίνει οτι βρήκε στην Πόλη το λιμάνι που αναζητούσε; Κανείς δε μπορεί να ξέρει. Το σίγουρο είναι οτι στα 32 του έχει ακόμα μερικά χρόνια μπροστά του για να κάνει αυτό που αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: Να προσφέρει στιγμές αυθεντικής ποδοσφαιρικής μαγείας ικανές να “χαζέψουν” φιλάθλους, συμπαίκτες και αντιπάλους. Αυτό μπορεί να κάνει καλά και είναι βέβαιο οτι θα συνεχίσει να το πράττει μέχρι την τελευταία ημέρα της γεμάτης σκαμπανευάσματα καριέρας του.

Μιας καριέρας η οποία μπορεί να μη δικαίωσε απόλυτα τις τεράστιες προσδοκίες που γέννησε το αστείρευτο ταλέντο του, όμως, σε καμία περίπτωση δε στερήθηκε το -απαραίτητο για τον ίδιο- γεμάτο ενθουσιασμό χειροκρότημα που αυθόρμητα συνοδεύει κάθε σπάνιας ομορφιάς ενέργεια πάνω στο χορτάρι.

Εξάλλου, πέρα από τις νίκες και τη δόξα, υπάρχει κάτι που για τους αυθεντικούς ποδοσφαιριστές αλάνας είναι πιο σημαντικό: Η αναγνώριση της ποδοσφαιρικής τους ευφυΐας. Η επιβράβευση του θεατή που τονώνει το ποδοσφαιρικό τους “εγώ” και δίνει νόημα στο ταλέντο τους.

Και αυτή την επιβράβευση ο Ρικάρντο Κουαρέσμα την εισέπραξε εν αφθονία κατά τη διάρκεια της καριέρας του.

 

Δείτε επίσης:

“Βασίλισσες” που ψάχνουν το στέμμα τους

Οι καλύτερες ελεύθερες μεταγραφές της ιστορίας




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *