Τα κορυφαία “δεκάρια”

By
Updated: August 2, 2016

Είναι ο αριθμός που είθισται να φοράει ο κορυφαίος παίκτης κάθε ομάδας. Στην ποδοσφαιρική ορολογία είναι συνώνυμο της υψηλής τεχνικής κατάρτισης και όποιος το έχει στην πλάτη οφείλει να το τιμά, γιατί έτσι αποδίδει τον απαιτούμενο φόρο τιμής σε μερικούς από τους μεγαλύτερους θρύλους του αθλήματος.

Το νούμερο 10 έχει τη δική του ιστορία και ξεχωριστή σημασία. Ιστορικά είναι συνδεδεμένο με τη θέση του επιτελικού μέσου και δεν είναι τυχαίο που οι δυο κατά γενική ομολογία κορυφαίοι ποδοσφαιριστές όλων των εποχών έκαναν καριέρα με αυτό.

Το “δεκάρι” ανέκαθεν ήταν μέγας μπαλαδόρος: Εξαιρετικός ντριμπλέρ, άψογος εκτελεστής στημένων φάσεων, διέθετε κοντρόλ που κολλούσε τη μπάλα στα πόδια, μακρινή μπαλιά ακριβείας αλλά και καλή κάθετη πάσα, ενώ φυσικά, είχε την ικανότητα να σκοράρει μέσα και έξω από την περιοχή.

Και βέβαια, εφόσον έκανε όλες αυτές τις δουλειές στην εντέλεια, συνήθιζε να απαλλάσει τον εαυτό του από την αγγαρεία της αμυντικής προσπάθειας και του “άσκοπου” τρεξίματος. Αυτό ήταν κάτι που έκαναν άλλοι για εκείνον.

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο το παλαιάς κοπής “δεκάρι” μπορεί να μην έχει θέση, καθώς, οι απαιτήσεις έχουν αλλάξει αναγκάζοντας όλους τους παίκτες να τρέχουν ασταμάτητα επί 90 λεπτά, ωστόσο, ο άγραφος νόμος που λέει οτι για να φορέσεις το “10” στην πλάτη θα πρέπει να ξέρεις μπάλα δεν έπαψε -ούτε θα πάψει ποτέ- να ισχύει.




Στις γραμμές που ακολουθούν παρουσιάζονται τα 10 μεγαλύτερα “δεκάρια” της ιστορίας, “για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι”, όπως συνηθίζεται να λέμε.

Τα κριτήρια με τα οποία προέκυψε η συγκεκριμένη σειρά είναι καθαρά προσωπικά και δεν έχουν τόση σημασία. Στο κάτω-κάτω, εγώ επέλεξα τους δέκα καλύτερους σύμφωνα με το γούστο μου. Εσείς μπορείτε να τους κατατάξετε όπως θέλετε, ή ακόμα και να αφαιρέσετε κάποιους για να προσθέσετε εκείνους που θεωρείτε οτι δε γίνεται να απουσιάζουν από ένα τέτοιο top 10.

 

10. Φραντσέσκο Τότι

Η πλέον εμβληματική φιγούρα στην ιστορία της Ρόμα και χωρίς αμφιβολία ένας εκ των σπουδαιότερων Ιταλών που κλώτσησαν ποτέ μπάλα. Το βιογραφικό του θα περιλάμβανε πολύ περισσότερους τίτλους από ένα πρωτάθλημα και δυο Κύπελλα Ιταλίας αν είχε απαρνηθεί τους “τζαλορόσι” για να πάρει μεταγραφή σε κάποιον από τους κορυφαίους Ευρωπαϊκούς συλλόγους που προσπάθησαν κατά καιρούς να τον αποκτήσουν, ωστόσο, σαν γνήσιος “καπιτάνο” δεν εγκατέλειψε ποτέ το “Ολύμπικο”.

Και τι κέρδισε; Κάτι που για τον ίδιο σημαίνει περισσότερα από όλους τους τίτλους του κόσμου: Την απεριόριστη αγάπη των φιλάθλων και την πρώτη θέση στη λίστα με τους κορυφαίους παίκτες που φόρεσαν ποτέ τα χρώματα της Ρόμα, καθώς, μετράει περισσότερα γκολ αλλά και συμμετοχές από οποιονδήποτε ποδοσφαιριστή στην ιστορία του συλλόγου.

Κι αν η ομάδα της καρδιάς του δε μπόρεσε να του προσφέρει τα τρόπαια που η απαράμιλλη κλάση του άξιζε, η διεθνής του καριέρα βρήκε τον τρόπο να τον αποζημιώσει εν μέρει. Το καλοκαίρι του 2006 ήταν κι αυτός στα γήπεδα της Γερμανίας όταν η “σκουάντρα ατζούρα” σήκωσε το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της, σκοράροντας μάλιστα τρεις φορές στο δρόμο προς την κατάκτηση του τίτλου.

 

9. Ρομπέρτο Μπάτζιο

Λίγοι ποδοσφαιριστές έχουν επηρεάσει μια ποδοσφαιρική διοργάνωση τόσο σημαντικά, όσο ο Μπάτζιο το Μουντιάλ του 1994. Κανείς όμως δεν είχε την ατυχία να μετατραπεί από ήρωας σε μοιραίο παίκτη, εκτός από τον ίδιο. Ο “κοτσιδάκιας”, αφού πήρε από το χέρι την Ιταλία και την οδήγησε στον τελικό του “Ρόουζ Μπόουλ” πετυχαίνοντας 5 γκολ στους 3 νοκ άουτ γύρους, αστόχησε στο κρίσιμο πέναλτι απέναντι στη Βραζιλία στερώντας από την ομάδα του το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αυτό μπορεί να ήταν το κορυφαίο highlight της καριέρας του, ωστόσο, δεν ήταν το μοναδικό. Πραγματικός αρτίστας της μπάλας, ο Μπάτζιο είχε την ικανότητα να σκοράρει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, να δημιουργεί γκολ για τους συμπαίκτες του, αλλά κυρίως, να τους καθοδηγεί.

Νικητής της Χρυσής Μπάλας το 1993, ο Ιταλός σουπερστάρ πρόλαβε κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του να φορέσει μεταξύ άλλων τη φανέλα των Γιουβέντους, Ίντερ και Μίλαν, κατάφερε να αγαπηθεί όπου κι αν έπαιξε, ενώ παράλληλα έκανε το αμυντικογενές ποδόσφαιρο της εθνικής Ιταλίας των 90s να μοιάζει ελκυστικό. Παρόλα αυτά, κατέκτησε μόλις δυο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο ΟΥΕΦΑ και ένα Κύπελλο Ιταλίας.

 

8. Εουσέμπιο

Ο άνθρωπος που έβαλε το Πορτογαλικό ποδόσφαιρο στο χάρτη γεννήθηκε στη Μοζαμβίκη και σε αρκετά νεαρή ηλικία έγινε παγκόσμιος σταρ. Η σωματική του δύναμη, το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και οι ηγετικές του ικανότητες του επέτρεψαν να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο θρύλο της Μπενφίκα και της εθνικής Πορτογαλίας, την οποία οδήγησε στην τρίτη θέση του Μουντιάλ του 1966.

Με τους “αετούς” της Λισαβόνας, τη φανέλα των οποίων φόρεσε για 15 χρόνια, κατέκτησε 11 πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, ενώ, σκόραρε κατά μέσο όρο περισσότερα από ένα γκολ ανά αγώνα.

Ο “μαύρος πάνθηρας” υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της ποδοσφαιρικής ιστορίας και δικαίως συγκαταλέγεται στους καλύτερους παίκτες όλων των εποχών παρά το ότι είχε την “ατυχία” να αγωνιστεί την ίδια περίοδο με τον Πελέ, πράγμα που δεν του επέτρεψε ποτέ να αναγνωριστεί ως ο κορυφαίος παίκτης της εποχής του.

 

7. Μισέλ Πλατινί

Κλασική περίπτωση παλαιάς κοπής “δεκαριού” που μεγαλούργησε σε μια εποχή όπου υπήρχαν δεκάδες εξαιρετικοί παίκτες σ’ αυτή τη θέση. Ο μετέπειτα πρόεδρος της ΟΥΕΦΑ ξεκίνησε την καριέρα του στη Νανσί στις αρχές της δεκαετίας του ’70, συνέδεσε άρρηκτα το όνομα του με τη Σεντ Ετιέν, την οποία οδήγησε στο δέκατο και τελευταίο μέχρι σήμερα πρωτάθλημα της ιστορίας της, για να μεταγραφεί στη συνέχεια στη Γιουβέντους, στην οποία έκλεισε την καριέρα του το 1987.

Το διάστημα της παρουσίας του στη “μεγάλη κυρία” ήταν η κορυφαία περίοδος της καριέρας του, καθώς, σ’ εκείνη την 5ετία κέρδισε αρκετούς τίτλους, με σημαντικότερους το πρωτάθλημα Ιταλίας το 1984 και το 1986, το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1984 και το Κύπελλο Πρωταθλητριών ένα χρόνο αργότερα. Η σπουδαιότερη στιγμή του ωστόσο ήρθε με τη φανέλα της Γαλλίας, όταν την οδήγησε στην κατάκτηση του Euro 1984 πετυχαίνοντας 9 γκολ στο τουρνουά.

Η τεχνική του κατάρτιση και το εγκεφαλικό παιχνίδι του τον ανέδειξαν σε φύσει και θέσει ηγέτη των “μπιανκονέρι”, με τη φανέλα των οποίων κατέκτησε τρεις συνεχόμενες φορές τη Χρυσή Μπάλα, αποδεικνύοντας πόσο σημαντικός ποδοσφαιριστής είναι. Χαρακτηριστικό ήταν το σχόλιο του Πελέ, ο οποίος, τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο Ευρωπαίο παίκτη των 80s: “Δεν έτρεχε πολύ όπως ο Κρόιφ, ούτε είχε εξαιρετική φυσική κατάσταση, αλλά μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούσε το μυαλό του για να οργανώσει τα πράγματα μέσα στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις του με τη Γαλλία και τη Γιουβέντους καθώς και η ικανότητα του στις εκτελέσεις φάουλ τον έκαναν τον κορυφαίο Ευρωπαίο της δεκαετίας του ’80”.

 

6. Φέρεντς Πούσκας

Φανταστικές ντρίμπλες, απαράμιλλη εκτελεστική δεινότητα κι ένα μαγικό αριστερό πόδι. Ο “καλπάζων ταγματάρχης” ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα των 50s και των 60s, πραγματοποιώντας σπουδαία καριέρα με τις φανέλες των Χόνβεντ και Ρεάλ Μαδρίτης, με τις οποίες κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα Ουγγαρίας και άλλα τόσα Ισπανίας.

Επίσης, με τη “Βασίλισσα” κέρδισε τρια Κύπελλα Πρωταθλητριών, πετυχαίνοντας μάλιστα τέσσερα γκολ στον τελικό του 1960 απέναντι στην Άϊντραχτ Φρανκφούρτης. Φυσικά, ήταν μέλος της σπουδαίας εθνικής Ουγγαρίας που έφτασε στον τελικό του Μουντιάλ του 1954, όπου ηττήθηκε από τη διοργανώτρια Δυτική Γερμανία, την οποία είχε συντρίψει με 8-3 στην πρώτη φάση της διοργάνωσης.




5. Ζινεντίν Ζιντάν

Ο άνθρωπος που με τα δυο γκολ που πέτυχε στον τελικό του 1998 απέναντι στη Βραζιλία, χάρισε στη Γαλλία το μοναδικό Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δυο χρόνια αργότερα ήταν και πάλι εκεί, όταν οι “τρικολόρ” στο πιο συγκλονιστικό φινάλε που έχουμε δει σε τελικό Euro, στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης.

Ο Ζινεντίν Ζιντάν ήταν παίκτης σπάνιας ποδοσφαιρικής πάστας. Αξιοζήλευτη τεχνική κατάρτιση, εμπνεύσεις ικανές να διαλύσουν οποιαδήποτε άμυνα και ένα δεξί πόδι που μάγευε τη μπάλα. Κι όμως, το ομορφότερο γκολ της καριέρας του, εκείνο το ασύλληπτο βολέ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στη Λεβερκούζεν το 2002 το πέτυχε με το αριστερό, δίνοντας τη νίκη στη Ρεάλ και προσφέροντας παράλληλα ένα σπάνιας ομορφιάς ποδοσφαιρικό στιγμιότυπο.

Μ’ αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο κέρδισε το μοναδικό Τσάμπιονς Λιγκ της καριέρας του. Μιας καριέρας, η οποία, του χάρισε επίσης ένα πρωτάθλημα Ισπανίας, δυο “Σκουντέτο” και μια Χρυσή Μπάλα, πριν ολοκληρωθεί άδοξα με την αποβολή του στον τελικό του Μουντιάλ του 2006, λόγω της κουτουλιάς στον Μάρκο Ματεράτσι.

 

4. Λιονέλ Μέσι

Για κάποιους είναι καλύτερος από τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Για κάποιους άλλους όχι. Ωστόσο, αυτό που δε μπορεί να αμφισβητήσει κανείς είναι οτι ο Λιονέλ Μέσι (όπως και ο Ρονάλντο) είναι ένας εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών όλων των εποχών.

Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κορυφαία περίοδο στην ιστορία της Μπαρτσελόνα, καθώς, πήρε προαγωγή στην πρώτη ομάδα το 2004 και έκτοτε συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία της πιο επιτυχημένης ομάδας της τελευταίας 15ετίας.

Μελανό σημείο της καριέρας του οι τέσσερις χαμένοι τελικοί με την Αργεντινή (τρεις στο Κόπα Αμέρικα και ένας σε Μουντιάλ), οι οποίοι του στέρησαν τη δυνατότητα να κερδίσει κάποιον τίτλο με την εθνική ομάδα της χώρας του. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για να μειώσει το μεγαλείο του παίκτη που είναι ο,τι πιο κοντινό στον Μαραντόνα έχει εμφανιστεί ποτέ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

 

3. Ροναλντίνιο

Όσοι τον είδαμε να αγωνίζεται μπορούμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας τυχερούς. Ο μονίμως χαμογελαστός Βραζιλιάνος υπήρξε για μια 5ετία ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη και θα μπορούσε κάλλιστα να παραμείνει εκεί για αρκετά χρόνια ακόμα, αν αποφάσιζε να δουλέψει λίγο παραπάνω στο κομμάτι της φυσικής κατάστασης, στο οποίο έμεινε πίσω λόγω των συνεχών αυξομειώσεων του βάρους του.

Φυσικά, στη “χρυσή” περίοδο της παρουσίας του στο υψηλότερο επίπεδο ο “Ρόνι” μας χάρισε highlights αρκετά για να γεμίσουν πολύωρα βίντεο ποδοσφαιρικής μαγείας. Το καταπληκτικό απευθείας φάουλ κόντρα στην Αγγλία στο Μουντιάλ της Ασίας, το απίστευτο γκολ μετά το “σβήσιμο του τσιγάρου” στο “Στάμφορντ Μπριτζ” το 2005, η επική εμφάνιση στο “Μπερναμπέου” που προκάλεσε το standing ovation των Μαδριλένων φιλάθλων και πολλές ακόμα στιγμές που μόνο εκείνος μπορούσε να προσφέρει, αποτελούν την πολύτιμη κληρονομιά που άφησε στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο το πέρασμα του Ροναλντίνιο.

Κατά τα άλλα, το οτι κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Κόπα Αμέρικα, μια Χρυσή Μπάλα, δυο πρωταθλήματα Ισπανίας και ένα Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μπαρτσελόνα, καθώς και ένα “σκουντέτο” με τη Μίλαν, λίγη σημασία έχει. Αυτό που μετρούσε πάντα για τον ίδιο ήταν να ευχαριστιέται να παίζει ποδόσφαιρο. Αυτό ήταν που τον έκανε ξεχωριστό. Και όσο απολάμβανε τη χαρά του παιχνιδιού εκείνος, τόσο ευχαριστιόμασταν κι εμείς που τον παρακολουθούσαμε να κάνει μαγικά με τη μπάλα.

 

2. Ντιέγκο Μαραντόνα

Μια καριέρα που τα είχε όλα: Δόξα, χρήμα, πάθη, χαρά, δράμα. Ο Ντιέγκο μπορεί να μην είχε μπόι, είχε όμως ψυχή και ταλέντο που του επέτρεψαν να κερδίσει τα πάντα. Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να πετύχει τα δυο πιο πολυσυζητημένα γκολ των τελευταίων τριάντα χρόνων, και μάλιστα, στο ίδιο παιχνίδι.

Στον προημιτελικό του Μουντιάλ του 1986 κοντρα στην Αγγλία, αφού πρώτα σκόραρε με το “χέρι του Θεού”, στη συνέχεια πέτυχε το ομορφότερο γκολ του προηγούμενου αιώνα περνώντας σχεδόν όλη την αντίπαλη ομάδα. Και αφού τα έκανε όλα αυτά, στη συνέχεια οδήγησε την Αργεντινή στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, έχοντας πλέον οδηγήσει τη μέχρι πρότινος άσημη Νάπολι στην κατάκτηση δυο πρωταθλημάτων Ιταλίας, ο “Πίμπε Ντ’ Όρο” δίχασε τους Ιταλούς φιλάθλους όταν ζήτησε από τους Ναπολιτάνους να υποστηρίξουν την Αργεντινή στον ημιτελικό του “Σαν Πάολο” απέναντι στη διοργανώτρια Ιταλία. Μέσα σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα η “μπιανκοσελέστε” πήρε την πρόκριση στον τελικό, όπου ηττήθηκε από τη Δυτική Γερμανία.

Για τα αγωνιστικά κατορθώματα του Μαραντόνα δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Η ταχύτητα, η υπέροχη ντρίμπλα και το μαγικό αριστερό του πόδι είναι στοιχεία που σίγουρα έχετε θαυμάσει σε δεκάδες βίντεο αφιερωμένα σ’ εκείνον. Το γεγονός οτι πρόκειται για τον μοναδικό ποδοσφαιριστή που συγκρίνεται με τον Πελέ μιλάει από μόνο του. Τώρα, το αν υπήρξε ή όχι ανώτερος του, αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα.

 

1. Πελέ

Τι κι αν ήταν επιθετικός και όχι επιτελικός μέσος. Τι κι αν δεν είχε συμπληρώσει ακόμα το 18ο έτος της ηλικίας του. Στο Μουντιάλ του 1958 η φανέλα της Βραζιλίας με το νούμερο 10 βρέθηκε στα δικά του χέρια, έστω και “συμπτωματικά”, όπως λέει ο ίδιος: “Σ’ εκείνη την ομάδα κανείς δεν ήταν αρκετά σπουδαίος ώστε να πάρει το δέκα. Έτσι, αν και δεν ήμουν ο γηραιότερος παίκτης, έτυχε να το φορέσω εγώ”.

Φυσικά όπως φάνηκε αργότερα, το “10” δε θα μπορούσε να πέσει σε καλύτερα χέρια. Ο Έντσον Αράντες Ντο Νασιμέντο συνδύαζε άψογα τις τεχνικές αρετές του κλασικού “δεκαριού” με την εκτελεστική δεινότητα του επιθετικού, πράγμα που του επέτρεψε να πετύχει συνολικά περισσότερα από 1000 γκολ κατά τη διάρκεια της 20ετούς καριέρας του (αν και μόλις τα 650 απ’ αυτά σημειώθηκαν σε επίσημα ματς).

Το όνομα του είναι συνώνυμο της Σάντος, την οποία οδήγησε μεταξύ άλλων σε έξι πρωταθλήματα Βραζιλίας, δυο Κόπα Λιμπερταδόρες και ισάριθμα Διηπειρωτικά Κύπελλα, πριν αποφασίσει να κλείσει την καριέρα του στην Νιου Γιορκ Κόσμος.

Φυσικά, το σημαντικότερο παράσημο της ποδοσφαιρικής του πορείας δεν είναι άλλο από την κατάκτηση των Παγκοσμίων Κυπέλλων 1958, 1962 και 1970 με τη φανέλα της εθνικής Βραζιλίας, καθώς, είναι ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία της διοργάνωσης που έχει κερδίσει τον τίτλο τρεις φορές.

 

Δείτε ακόμη:

Τα άδοξα διεθνή “αντίο”

Η 11άδα του τρόμου




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *